shopify
analytics

Επίσκεψη σε ψυχολόγο: πότε είναι η σωστή στιγμή;

Τριανταφυλλιά Χαρίλα, ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια

Επίσκεψη σε ψυχολόγο: πότε είναι η σωστή στιγμή;

Η απόφαση να απευθυνθεί κάποιος σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας είναι πολλά περισσότερα από δύσκολη. Ακόμη και όταν μοιάζει αναγκαίο και αναπόφευκτο σίγουρα θα βρεθούν πολλοί λόγοι που θα αναβάλλουν την απόφαση για το ραντεβού για λίγο καιρό ακόμη. Η ιδέα του να σηκώσει κανείς το τηλέφωνο, να ζητήσει ραντεβού και να πάει στο ραντεβού είναι πολύ δύσκολο να γίνει πράξη για τους περισσότερους ανθρώπους. Ο κυριότερος λόγος είναι η πεποίθηση ότι «θα τα καταφέρω μόνος μου»…

Τι με εμποδίζει να επισκεφθώ έναν ειδικό ψυχικής υγείας;
Η απόφαση να απευθυνθεί κάποιος σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας είναι πολλά περισσότερα από δύσκολη. Ακόμη και όταν μοιάζει αναγκαίο και αναπόφευκτο σίγουρα θα βρεθούν πολλοί λόγοι που θα αναβάλλουν την απόφαση για το ραντεβού για λίγο καιρό ακόμη. Η ιδέα του να σηκώσει κανείς το τηλέφωνο, να ζητήσει ραντεβού και να πάει στο ραντεβού είναι πολύ δύσκολο να γίνει πράξη για τους περισσότερους ανθρώπους. Ο κυριότερος λόγος είναι η πεποίθηση ότι «θα τα καταφέρω μόνος μου» και η αντίληψη που συνοδεύει αυτή την πεποίθηση ότι «αν τελικά ζητήσω βοήθεια θα σημαίνει ότι απέτυχα να το αντιμετωπίσω μόνος μου».

Η αντίληψη αυτή δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που φαινομενικά λύνει. Μένει μια μόνιμη εκκρεμότητα, η οποία όπως και κάθε εκκρεμότητα είναι αρκετά βασανιστική και αγχωτική, ο άνθρωπος μπαίνει σε μια κατάσταση αναμονής «να δούμε τι θα γίνει και αν θα λυθεί», και ξεκινάει μια αγωνιώδης προσπάθεια και ένας καταναγκαστικός αγώνας επίλυσης του προβλήματος. Για λίγο διάστημα μπορεί και να λειτουργήσει. Η ανάγκη του ανθρώπου να αποφύγει κάτι είναι τόσο δυνατή που μπορεί όντως να οδηγήσει στην εξαφάνιση ή την απώθηση του προβλήματος, η οποία φυσικά είναι εντελώς προσωρινή. Το πρόβλημα θα ξαναεμφανιστεί ή με τη μορφή συμπτώματος αν είναι προσωπικό ή με έκρηξη και έντονους καβγάδες αν είναι διαπροσωπικό. Και τότε δεν υπάρχει περιθώριο για άλλη αναβολή: τα συμπτώματα εμποδίζουν τη λειτουργικότητα του ατόμου και η επικοινωνία είναι πλέον πολύ άσχημη εξαιτίας των έντονων καβγάδων. Έτσι, η επίσκεψη στον ειδικό φαίνεται και αναπόφευκτη, αλλά ίσως και δυσάρεστη.



Δύο ακόμη ανασταλτικοί παράγοντες είναι ο φόβος της αλλαγής και ο φόβος της εμπιστοσύνης σε έναν άγνωστο. Όσον αφορά στο πρώτο, το να συνειδητοποιήσει κανείς τι σημαίνει δουλειά με τον εαυτό και να αναλάβει την ευθύνη για την πορεία που θέλει να πάρει η ζωή του δεν είναι κάτι εύκολο. Ακριβώς το αντίθετο. Χρειάζεται χρόνο και εσωτερική επεξεργασία. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι που τελικά επιλέγουν να το κάνουν χαίρουν εκτίμησης. Αναφορικά με το φόβο της εμπιστοσύνης, όταν κάποιος απευθύνεται σε έναν ειδικό, εκείνος δουλεύει με βάση ένα συγκεκριμένο αίτημα – αυτό για το οποίο τον επισκέφθηκε ο θεραπευόμενος. Όμως, ο σκοπός του και η δουλειά του δεν είναι να πάρει εκείνος την απόφαση για εκείνον. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναλάβει ευθύνες που δεν του αντιστοιχούν. Οι λύσεις και οι απαντήσεις πρέπει να δίνονται από το ίδιο το άτομο. Ο ειδικός του δίνει επιλογές, του δείχνει διαφορετικές προοπτικές του προβλήματος, του φωτίζει πτυχές που δεν είχε δει, δίνει νόημα σε σημεία που μέχρι τώρα θεωρούσε ασήμαντα. Και εν τέλει, του δείχνει έναν άλλο τρόπο σκέψης και μια άλλη στάση ζωής.

Πότε τελικά είναι η κατάλληλη στιγμή;
Φυσικά, υπάρχουν κάποια γεγονότα στη ζωή του ανθρώπου, καθοριστικά, όπως ένα διαζύγιο και μη αναστρέψιμα, όπως ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, μια απόλυση, που μπορούν να οδηγήσουν στο γραφείο ενός ειδικού. Σε τέτοιες καταστάσεις, ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με θέματα και ερωτήματα που αφορούν στη μέχρι τώρα πορεία του και ταυτόχρονα σε αποφάσεις που πρέπει να πάρει για το μέλλον. Καλείται να αναλάβει τις ευθύνες που του αντιστοιχούν για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Γι’ αυτό τις περισσότερες ένα τέτοιο γεγονός είναι που ωθεί τους ανθρώπους να στραφούν σε κάποιον ειδικό.

Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να καταλάβουν εάν και πότε πρέπει να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό. Αρκεί να παρατηρήσουν την καθημερινή τους ζωή: τις σχέσεις τους, το πόσο καλά νιώθουν με τον εαυτό τους και με τους άλλους, τη δυσκολία που μπορεί να έχουν στο να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, το εάν αισθάνονται ικανοποιημένοι από τη ζωή τους… Στην περίπτωση που η απάντηση σε αυτά είναι ‘όχι’, τότε σίγουρα ξέρουν τι πρέπει να κάνουν. Δεν χρειάζεται να φτάσει κανείς σε οριακό σημείο προκειμένου να το κάνει. Με αυτό τον τρόπο δυσκολεύει πολύ τη ζωή του και το ραντεβού που θα ζητήσει αργότερα θα το κάνει περισσότερο σαν αγγαρεία και έσχατη λύση παρά σαν αίτημα για πραγματική βοήθεια και επιθυμία για αλλαγή.

Τριανταφυλλιά Χαρίλα, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
Ιστοσελίδα

COMMENTS

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0